ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΠΟΦΑΣΗ 147/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ - ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΚΑΤΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«...Εκ τούτου και σε συνδυασμό με τις λοιπές συντρέχουσες, εν προκειμένω, συνθήκες και ειδικότερα με το ότι η καθ' ης η ανακοπή, που επισπεύδει την εκτέλεση, δεν είναι η αρχική δικαιούχος της απαίτησης, στην οποία αφορά ο εκτελεστός τίτλος, αλλά για τη νομιμοποίησή της στην επίμαχη εκτελεστική διαδικασία επικαλείται περιστατικά διαδοχών που αφορούν σε απαίτηση από δανειακή σύμβαση, η οποία ουδόλως σχετίζεται και ταυτοποιείται με αυτή για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφενός δημιουργείται ασάφεια αναφορικά με την εκτελούμενη απαίτηση, η οποία δεν αίρεται ούτε από τα ως άνω συγκοινοποιηθέντα στον ανακόπτοντα έγγραφα, αφού σε κανένα από αυτά δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία της, και αφετέρου δεν προκύπτει η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ' ης η ανακοπή στην επίμαχη εκτελεστική διαδικασία, που επισπεύδεται με βάση την υπ' αριθμόν 48/2008 διαταγή πληρωμής, εκδοθείσα για απαίτηση απορρέουσα από τη με αριθμό 6173/8- 10-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ... Με βάση, επομένως, τα ως άνω αποδειχθέντα ... δεν περιέχει ακριβή αναφορά των στοιχείων που θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή της για την ικανοποίηση της απαίτησης με βάση τον τίτλο αυτό και συνακόλουθα η κινούμενη από αυτή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης πάσχει από ακυρότητα...»

ΑΠΟΦΑΣΗ 1969/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΚΑΤΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«...Κατά το άρθρο 120 ΚΠολΔ, η επίδοση εγγράφου που αφορά σε εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι έγκυρη,  ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια εκεί την κατοικία του. Η διάταξη αυτή έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αναγκαστική εκτέλεση και συνεπώς η κατά τη διαδικασία αυτή επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι η επιταγή προς πληρωμή και η κατασχετήρια έκθεση, σε γνωστή κατοικία του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγούμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας είναι έγκυρη, εκτός αν ο τελευταίος (καθ'ου) είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του (άρθρο 119&3 ΚΠολΔ) και παρόλα αυτά εκείνος επέδωσε τα έγγραφα στην προηγούμενη κατοικία του. Δεν ασκεί καμία επιρροή ο ισχυρισμός της καθ'ης ότι,  η άλλη δίκη αποτελεί αντικείμενο «άλλου χαρτοφυλακίου», καθώς αφορά σε απαιτήσεις έτερης αλλοδαπής εταιρείας - ειδικής διαδόχου έτερης τράπεζας (αλλά με εταιρεία διαχείρισης την ίδια), που το χειρίζεται διαφορετικός υπάλληλός της, καθώς τούτο αφορά αποκλειστικά στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της καθ'ης και όχι στην υποχρέωση της οφειλέτριας - ανακόπτουσας να ενημερώνει για την αλλαγή της διεύθυνσής της τον εκάστοτε υπάλληλο της καθ'ης,  που χειρίζεται τον ανάλογο φάκελο δικογραφίας της κάθε υπόθεσης. Επομένως, η επίδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, για να θεωρηθεί έγκυρη, έπρεπε να είχε γίνει στην τότε πραγματική κατοικία της ανακόπτουσας που είχε ήδη γνωστοποιηθεί στην καθ'ης και άρα η διεύθυνση όπου και έλαβε χώρα η ένδικη επίδοση, παρίσταται άσχετη με την πραγματική κατοικία, με συνέπεια η παραπάνω επίδοση να είναι ανυπόστατη καθώς εξομοιώνεται με ανυπαρξία επίδοσης. Η παράλειψη της επίδοσης αυτής συνεπάγεται την ακυρότητα των αντίστοιχων προσβαλλόμενων πράξεων (εντολή για κατάσχεση και έκθεση κατάσχεσης) κατ' άρθρα 927 και 995§1 ΚΠολΔ, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να γίνει επίκληση δικονομικής βλάβης (159 αρ. 3 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, η κρινόμενη ανακοπή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να γίνει εν μέρει κατ'ουσίαν δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης....»

ΑΠΟΦΑΣΗ 2152/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ – ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΚΑΤΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«………Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής της, η ανακόπτουσα επικαλείται ακυρότητα των προσβαλλόμενων επιταγής προς πληρωμή και έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, διότι αυτές δεν επιδόθηκαν στην κατοικία της αλλά θυροκολλήθηκαν σε πολυκατοικία επί της οδού ……, στη Βούλα Αττικής, παρ' όλο που γνώριζε πως η ανακόπτουσα ήταν κάτοικος εξωτερικού και, συγκεκριμένα, ......  της  Ιταλίας, οδός …………….., έχοντας και ΑΦΜ ………….. Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στα άρθρα 134, 136, 137, 159 περ. 3, 924, 926, 927, 933, 995 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. ……. Επομένως, η επίδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, για να θεωρηθεί έγκυρη, έπρεπε να είχε γίνει στην τότε πραγματική κατοικία της ανακόπτουσας που είχε ήδη γνωστοποιηθεί στην καθ' ης και δη στην Αθήνα οδό ..... αρ. …… και άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, η διεύθυνση στη Βούλα Αττικής, οδός ……., όπου και έλαβε χώρα η ένδικη επίδοση, παρίσταται άσχετη με την ως άνω πραγματική κατοικία, με συνέπεια η παραπάνω επίδοση να είναι ανυπόστατη καθώς εξομοιώνεται με ανυπαρξία επίδοσης. Η παράλειψη της επίδοσης αυτής συνεπάγεται την ακυρότητα των αντίστοιχων προσβαλλόμενων πράξεων (εντολή για κατάσχεση και έκθεση κατάσχεσης) κατ' άρθρα 927 και 99581 ΚΠολΔ, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να γίνει επίκληση δικονομικής βλάβης (159 αρ. 3 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, οπότε παρέλκει η έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λοιπών λόγων ανακοπής …»

ΑΠΟΦΑΣΗ 214/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ-ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«...Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτοντες, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη η καταγγελία της υπ’ αριθμ. MG ....../11-11-2008 σύμβασης ......., διότι με την από 23-02-2010 εξώδικη δήλωση – πρόσκλησή της, η ως άνω τράπεζα δεν κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση ... Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καθ’ ης ... αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθμ. ..../2022 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος των ανακοπτόντων, προσκομίζοντας μεταξύ άλλων και τις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις – προσκλήσεις (τις οποίες ονόμαζε «εξώδικη όχληση, καταγγελία και πρόσκληση»), ως έγγραφα που νόμιμα προσκομίστηκαν προς απόδειξη της καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης, καθώς και του βέβαιου και εκκαθαρισμένου της απαίτησης της καθ’ ης. Ωστόσο, η καθ’ ης, που εν προκειμένω φέρει το βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε ότι η έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής στηρίχθηκε στην αρχή της έγγραφης απόδειξης, καθόσον από το περιεχόμενο της ως άνω εξώδικης δήλωσης – πρόσκλησης δεν προκύπτει ότι έγινε καταγγελία της ένδικης σύμβασης. Εφόσον δε η σύμβαση δεν καταγγέλθηκε, το κατάλοιπο του τηρηθέντος λογαριασμού δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ώστε έγκυρα να εκδοθεί για την απαίτηση της καθ’ ης διαταγή πληρωμής. Συνεπώς, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν...»

ΑΠΟΦΑΣΗ 182/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«…η κρινόμενη αίτηση αναστολής αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠΔ, άρθρο 686 επ. ΚΠολΔ) περαιτέρω είναι νόμιμη………………Περαιτέρω, η σωρευθείσα αίτηση επαναφοράς έχει ασκηθεί παραδεκτώς ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 153 ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη κατ' άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ. …….. Επομένως η απώλεια της επίδικης προθεσμίας οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας και ακολούθως πρέπει η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και να θεωρηθεί ότι η ένδικη αίτηση αναστολής ασκήθηκε εμπρόθεσμα κατ' 938 παρ. 4 εδ. α ́ ΚΠολΔ….Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της… Με τον ένατο λόγο της ένδικης έφεσής του ο αιτών ισχυρίζεται ότι κατεσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε ως μη νόμιμος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο,  ο ένατος λόγος της από 14-3-2023 ανακοπής του όπου ισχυριζόταν κατά το πρώτο σκέλος αυτού ότι η δεύτερη καθ' ης δε νομιμοποιείτο ενεργητικά στην επίσπευση  της εκτελεστικής διαδικασίας, καθότι….. Από τον οπτικό έλεγχο των εγγράφων που ανωτέρω αναφέρονται ότι συγκοινοποιούνται δεν προκύπτει η συγκοινοποίηση των ανωτέρω υπό στοιχείο 1, 2 και 3 εγγράφων καθότι είναι ακατάληπτα και μη δυνάμενα να αναγνωστούν καθώς είναι εντελώς μαυρισμένα με αποτέλεσμα να διακρίνονται ελάχιστες λέξεις από τις οποίες δεν μπορεί να προκύψει κάποιο νόημα από το περιεχόμενο τους. ……….Ως εκ τούτου, εφόσον η δεύτερη καθ' ης η αίτηση δε συγκοινοποίησε προσηκόντως τα ανωτέρω έγγραφα, ώστε να αποδείξει εγγράφως ότι νομιμοποιείται στη διαχείριση και είσπραξη της ένδικης απαίτησης, μολονότι όφειλε να το πράξει αυτό και ανεξαρτήτως της ύπαρξης βλάβης, η κινούμενη από αυτή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης πάσχει από ακυρότητα. ………

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

.....Δέχεται την αίτηση....

ΑΠΟΦΑΣΗ 12988/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«....Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι η ανακοπή, που ασκήθηκε την 31.07.2023 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, θα κριθεί ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των 15 εργάσιμων ημερών, από την επίδοση της διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 632 παρ.2 ΚΠολΔ, …..Ειδικότερα, οι αιτούντες με τον πρώτο λόγο της ως άνω ανακοπή τους, ισχυρίσθηκαν ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η έκδοση της διαταγής πληρωμής, καθώς η από 17.06.2022 εξώδικη καταγγελία της δανειακής σύμβασης στο υπόλοιπο της οποίας στηρίχθηκε η έκδοσή της, η οποία επιδόθηκε στους αιτούντες την 08.09.2022, έλαβε χώρα ακύρως δοθέντος του ότι δεν την υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ ́ης ή άλλο πρόσωπο με σχετική προς την ως άνω καταγγελία πληρεξουσιότητα, αλλά οι κ. ……. και ………., ήτοι πρόσωπα τα οποία κατά το χρόνο της καταγγελίας στερούνταν της ως άνω πληρεξουσιότητας. Ότι περαιτέρω, οι αιτούντες απέκρουσαν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την καταγγελία αυτή, δυνάμει της από 20.09.2022 εξώδικης διαμαρτυρίας, που επιδόθηκε στην καθ' ης αυθημερόν (βλ. υπ' αριθ. ………… ́/20.09.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών ……………..), εντός οκτώ (8) εργάσιμων,  άλλως 12 ημερολογιακών ημερών, με την οποία μεταξύ άλλων αμφισβήτησαν και την πληρεξουσιότητα των ως άνω προσώπων ως προς την δυνατότητα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης ζητώντας από την καθ' ης να τους παραδώσει τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα. …….Ότι ακολούθως, εφόσον η καταγγελία της δανειακής σύμβασης είναι άκυρη, δεν παράγει έννομες συνέπειες και δεν έχει καταστήσει το υπόλοιπο της δανειακής σύμβασης ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, ο ως άνω 1ος λόγος ανακοπής, πιθανολογείται ότι θα κριθεί νόμω βάσιμος, κατά τα άνωθι εκτιθέμενα και στη μείζονα πρόταση, καθώς εν προκειμένω δεν είναι κρίσιμο το γεγονός ότι ο τύπος της δικαιοπραξίας της καταγγελίας, η οποία είναι άτυπη δικαιοπραξία δεν είναι συστατικός αλλά αποδεικτικός, όπως αλυσιτελώς ισχυρίζεται με το σημείωμά της η καθ' ης, αλλά ότι οι αιτούντες ανακόπτοντες επικαλούνται έγκαιρη και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αμφισβήτηση της πληρεξουσιότητας, σε συνδυασμό με την απουσία συγκοινοποίησης κατά την επίδοση της καταγγελίας, νομιμοποιητικών της πληρεξουσιότητας των προσώπων που υπογράφουν την καταγγελία εγγράφων.....»

ΑΠΟΦΑΣΗ 168/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ - Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών 614 ΚΠολΔ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Η Απόφαση  168 / 2023 ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ, έκανε δεκτή την ανακοπή των εντολέων μας, που εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο Ασημίνα Μαγγόλα,  μέλος του ΔΣΘ και εταίρου της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «ΠΑΛΑΖΗΣ-ΜΑΓΓΟΛΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ», με έδρα στη Θεσσαλονίκη,  κατά της με αριθμό……κατασχετήριας  έκθεσης και ΚΑΤΑ της καθ’ ης η ανακοπή, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «…….. Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», που εδρεύει στην Αθήνα, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. … ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….. DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», εδρεύουσας στο Δουβλίνο και εκπροσωπούμενης νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο…… Χαλκιδικής…… με αντικείμενο την ακύρωση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και ακύρωσε αυτή, κρίνοντας ότι  ο περιορισμός της εκτελούμενης με την κατάσχεση απαίτησης από το ποσό των 190.933,48 ευρώ σε αυτό των 50.000 ευρώ, με ρητή επιφύλαξη της καθ’ ης στην προαναφερόμενη κατασχετήρια έκθεση, αλλά και στην ενσωματωμένη σε αυτήν από 9-9-2020 εντολή προς επιβολή της για την είσπραξη του υπολοίπου του επιταχθέντος ποσού, δεν είναι ορισμένος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προδιαληφθείσα νομική σκέψη, δεν προσδιορίστηκαν τα συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται μετά τον περιορισμό, με αποτέλεσμα να επέρχεται μετάπτωσή της σε ανεκκαθάριστη. Σημειώνεται ότι η αοριστία δεν αίρεται με εφαρμογή των όσων ορίζουν τα άρθρο 422 εδάφ. β΄ και 423 ΑΚ, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις αφορούν άλλα ζητήματα και δη τη σειρά του καταλογισμού της παροχής του οφειλέτη σε περίπτωση μη προσδιορισμού του χρέους για το οποίο αυτή έλαβε χώρα και τον καταλογισμό της παροχής του οφειλέτη σε περίπτωση που το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Ενόψει των ανωτέρω………. πρέπει ο δεύτερος  λόγος να γίνει δεκτός ως βάσιμος από ουσιαστική άποψη και να ακυρωθεί ανεξαρτήτως βλάβης των ανακοπτόντων, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής.

ΑΠΟΦΑΣΗ 289/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«...Η απλή μνεία των σχετικών νομιμοποιητικών της εγγράφων (ήτοι της σύμβασης διαχείρισης και της συμπληρωματικής αυτής σύμβασης) στην προσβαλλόμενη δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού δεν μπορεί να υποκαταστήσει την σχετική υποχρέωση της καθ' ης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ. ΙΙ μείζονα σκέψη, διότι με τον τρόπο αυτό η ανακόπτουσα δεν είναι σε θέση να ελέγξει επαρκώς και με πληρότητα την ενεργητική νομιμοποίηση της τελευταίας και ιδίως αν στη σύμβαση διαχείρισης περιλαμβάνεται η επίδικη απαίτηση, αν η σύμβαση ανάθεσης έχει καταρτιστεί νόμιμα και αν προβλέπεται σε αυτήν η δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης. Εξάλλου η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση», είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (βλ. ΜονΠρΘεσ. 9462/2021, ΤΝΠ Νόμος). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η επισπεύδουσα καθ ης η ανακοπή δεν συγκοινοποίησε τα ανωτέρω έγγραφα, ώστε να πιθανολογείται εγγράφως ότι νομιμοποιείται στη διαχείριση και είσπραξη της επίδικης απαίτησης, μολονότι όφειλε να το πράξει βάσει της διάταξης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 24.720/2023 πράξη δήλωσης επίσπευσης πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Σερρών Ιωάννη Λαϊνά, δυνάμει της οποίας επισπεύδεται στις 19-7-2023 αναγκαστικός πλειστηριασμός της ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας...»

ΑΠΟΦΑΣΗ 5810/2023
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«...Από τα ως άνω παρατιθέμενα, προκύπτει ότι αφενός η καθ' ης ουδέποτε κατά το χρόνο κατάθεσης και έκδοσης της διαταγής πληρωμής προσκόμισε έγγραφο των επαναμεταβιβαζομένων απαιτήσεων που αφορούν και στην επίδικη σύμβαση πίστωσης, ώστε να αποδεικνύεται η ειδική διαδοχή της στην απαίτηση και κατ' επέκταση η ενεργητική της νομιμοποίηση. Ως εκ τούτου η αίτηση ήταν προεχόντως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν έγινε επίκληση των ανωτέρω στοιχείων, σημειουμένου ότι ουδόλως προσκομίστηκαν έγγραφα με βάση τα οποία θα αποδεικνυόταν σε κάθε περίπτωση η ενεργητική νομιμοποίηση της εδώ καθ' ης Τράπεζας και αιτούσας τη διαταγή πληρωμής, παρά τον ισχυρισμό της ότι υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος (και) στην έννομη σχέση από την οποία προέκυψαν οι οφειλές των καθ' ων η διαταγή πληρωμής. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της ανακοπής, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται δυνάμει του ως άνω εκτελεστού τίτλου σε βάρος των ανακοπτόντων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό ..35/2012 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης...»

ΑΠΟΦΑΣΗ 951/2023
ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

... Εν συνεχεία η δεύτερη καθ'ης εταιρία "....ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης, ισχυριζόμενη τα προαναφερόμενα, προέβη σε κοινοποίηση στους ανακόπτοντες αντιγράφου εξ απογράφου της ανακοπτομένης δταταγής πληρωμής συγκοινοποιώντας τα σχετικά έγγραφα περί της νομιμοποίησης της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού ".......DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" στην οποία έγινε η μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης και την οικεία διαχειριστική σύμβαση, προς απόδειξη της διαχειριστικής της ιδιότητας. Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει ότι, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλομένης Διαταγής πληρωμής, ο οποίος είναι η 17.7.2020, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης και όχι η 15.7.2020, η πρώτη καθ'ης δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά προς τούτο, καθόσον την ίδια ημέρα είχε συντελεσθεί η μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης εταιρεία "..... DESIGNATED ACTIVITY CONTANY', οποία έκτοτε ήταν η μοναδική δικαιούχος αυτής και μόνο αυτή (δια της ειδικής διαχειρίστριας των απαιτήσεών της κατά το χρόνο εκείνο, δεύτερη καθ'ης εταιρεία «.......ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ») νομιμοποιούνται ενεργητικά στην υποβολή της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής. Ακολούθως, πρέπει ο λόγος αυτός της ανακοπής να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να ακυρωθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ- ..48/2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Αθηνών (άρθρο 633 ξ 1 Εδ. α' ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ο λόγος της ανακοπής που έγινε δεκτός την πλήττει στο σύνολό της παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων ανακοπή δικαστικά έξοδα των λοιπών λόγων ανακοπής...

ΑΠΟΦΑΣΗ 533/2022
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ο ανακόπτων με το δικόγραφο της ένδικης ανακοπής του και συγκεκριμένα με τον ένατο λόγο αυτής ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε επί αίτησης, η οποία υποβλήθηκε από δικηγόρο, χωρίς να προσκομίζεται το έγγραφο πληρεξουσιότητας από την καθης και κατά συνέπεια η διαταγή πληρωμής να πάσχει ακυρότητας αφού ο υπογράφων την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής δικηγόρος δεν διέθετε τη σχετική πληρεξουσιότητα.
Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 94, 96 και 626 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, δεν αποδείχθηκε η προσκόμιση εγγράφου πληρεξουσιότητας της καθης κατά την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ούτε υποστηρίζει το αντίθετο η καθης ούτε προσκομίζει έγγραφο σχετικό με τον υποβληθέντα λόγο ανακοπής.
Επομένως εφόσον, στην αίτηση για την έκδοση της ανωτέρω διαταγής δεν προσκομίστηκε η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα προς τον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο, η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας.
Συνακόλουθα, καθώς η έλλειψη πληρεξουσιότητας του ενεργήσαντος δικηγόρου συνεπάγεται την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής (βλ. και Ερμηνεία ΚΠολΔ, Κεραμέας-Κονδύλης-Νίκας, τόμοι II, σελ. 1170, αριθμ, 8), ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, παρελκόμενης της εξέτασης των λοιπών προβαλλόμενων λόγων καθώς επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα.

ΑΠΟΦΑΣΗ 840/2022
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

…Ο ανακόπτων με το δικόγραφο της ένδικης ανακοπής του και συγκεκριμένα με το δέκατο λόγο αυτής ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε επί αίτησης, η οποία υποβλήθηκε από δικηγόρο, χωρίς να προσκομίζεται το έγγραφο πληρεξουσιότητας από την καθης και κατά συνέπεια η διαταγή πληρωμής να πάσχει ακυρότητας αφού η υπογράφουσα την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής δικηγόρος δεν διέθετε τη σχετική πληρεξουσιότητα. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 94, 96 και 626 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, δεν αποδείχθηκε η προσκόμιση εγγράφου πληρεξουσιότητας της καθης κατά την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ούτε υποστηρίζει το αντίθετο η προσθέτως παρεμβαίνουσα ούτε προσκομίζει έγγραφο σχετικό με τον υποβληθέντα λόγο ανακοπής . Επομένως εφόσον, στην αίτηση για την έκδοση της ανωτέρω διαταγής δεν προσκομίστηκε η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα προς την υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρο, η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας. Συνακόλουθα, καθώς η έλλειψη πληρεξουσιότητας του ενεργήσαντος δικηγόρου συνεπάγεται την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής (βλ. και Ερμηνεία ΚΠολΔ, Κεραμέας-Κονδύλης-Νίκας, τόμοι II, σελ. 1170, αριθμ, 8), ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής,  παρελκόμενης της εξέτασης των λοιπών προβαλλόμενων λόγων καθώς επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος , και, συνακόλουθα, καθίσταται περιττή η εξέταση των λοιπών λόγων της καθώς επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα, κατ επέκταση δε είναι ακυρωτέα και η από 29-10-2021 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου α’ εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, ελλείψει νόμιμου εκτελεστού τίτλου.

ΑΠΟΦΑΣΗ 726/2022
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

…Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα σ’ αυτήν του άρθρου 8 παρ. 5 ν. 3869/2010, ήτοι ορίζονται μηδενικές καταβολές από τον αιτούντα για τρία χρόνια, καθότι το εισόδημα του δεν επαρκεί για τη κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του, ενώ η υποχρέωση καταβολής μηνιαίων δόσεων θα οδηγούσε σε εξαθλίωση του οφειλέτη αιτούντος, γεγονός το οποίο θα παραβίαζε τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα (ΑΠ 288/2000 ΔΕΕ 2000, σελ. 743). Επειδή η παρούσα δυσμενής οικονομική κατάσταση του αιτούντος προφανώς θα έχει μόνιμο χαρακτήρα, το Δικαστήριο κρίνει μη αναγκαία την επαναξιολόγηση της οικονομικής του κατάστασης, αφού φρονεί ότι δεν πρόκειται αυτή να βελτιωθεί. Η ρύθμιση αυτή θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, εφόσον προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτόν, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση. Στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής (του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010) πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της προαναφερθείσας κατοικίας του αιτούντος, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της που  ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, σε 82.215 ευρώ, δηλαδή ποσό μέχρι αυτό των 65.772,00 ευρώ (82.215 Χ 80%). Η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τις ανωτέρω πιστώτριες του ανέρχεται σε 65.854,58 ευρώ, είναι επομένως μεγαλύτερη του ποσού των 65.772,00 ευρώ, ήτοι του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του, που είναι το όριο που ορίζει ο νόμος για τη διάσωσή της, οπότε θα κληθεί να καταβάλλει μέχρι το ποσό αυτό.

ΑΠΟΦΑΣΗ 9555/2022
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
(ΚΑΤ’ ΕΦΕΣΗ)

 

 

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στην αίτηση προς έκδοση της υπ’ αριθμ. …/15.1.2014 Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης ουδόλως γίνεται μνεία του ποσοστού του επιτοκίου, το οποίο εφαρμόσθηκε καθ’ όλη της διάρκεια της συμβάσεως ανά περίοδο εκτοκισμού, παρά μόνον του γεγονότος ότι το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας υπερβαίνει το συμβατικό επιτόκιο ενήμερων οφειλών κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, μολονότι για το ορισμένο αιτήσεως προς έκδοση Διαταγής Πληρωμής από σύμβαση τραπεζικού τοκοχρεωλυτικού δανείου πρέπει, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, η οποία προηγήθηκε, να μνημονεύεται το επιτόκιο το οποίο εφαρμόζεται καθ’ όλη της διάρκεια της συμβάσεως ανά περίοδο εκτοκισμού. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν ο υπό στοιχείο (Δ) λόγος ανακοπής και ακολούθως η ανακοπή και, εν τέλει, να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ………./15.1.2014 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και η επιδοθείσα στις 29.1.2014 από 24.1.2014 επιταγή προς πληρωμή.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 640/2022
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«……Πλην, όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης από 04-03-2022 επιταγής προς εκτέλεση, όπως αυτό επί λέξει παρατίθεται στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 343/22-03-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, αποδεικνύεται, ότι η καθ΄ης δεν συγκοινοποίησε, ως όφειλε, με την ως άνω προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση τα απαιτούμενα, κατ΄άρθρο 925 ΚΠολΔ, έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της για την επίσπευση της ένδικης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Το γεγονός δε ότι η καθ’ ης είχε συγκοινοποιήσει μαζί με την προγενέστερη και ήδη ακυρωθείσα από 13-04-2021 επιταγή προς εκτέλεση τα έγγραφα που αφορούν στη νομιμοποίηση της, όπως αυτά εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, δεν σημαίνει ότι απαλάσσεται από την κατ΄άρθρο 925 ΚΠολΔ υποχρέωσή της να τα συγκοινοποιήσει εκ νέου με την προσβαλλόμενη από 04-03-2022 επιταγή προς εκτέλεση, δεδομένου ότι με αυτήν η καθ΄ης επισπεύδει νέα διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ανακόπτοντα, η οποία δεν μπορεί να αρχίσει πριν την κοινοποίηση από την καθ΄ης, που ανέλαβε τη διαχείριση της επίδικης μεταβιβασθείσας απαίτησης, της δημοσίευσης της σύμβασης μεταβίβασης της απαίτησης στην ειδική διάδοχο, της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης αυτής στην καθ΄ης, καθώς και των πρόσθετων πράξεων επέκτασης της διάρκειας ισχύος της σύμβασης διαχείρισης μέχρι και την 04η-03-2022. Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προγενέστερης και ήδη ακυρωθείσας από 13-04-2021 επιταγής προς εκτέλεση, κοινοποιήθηκαν μεν στον ανακόπτοντα η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της επίδικης απαίτησης από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………  COMPANY», η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης αυτής από την τελευταία στην καθ’ης και οι πρόσθετες πράξεις επέκτασης της διάρκειας ισχύος της  εν θέματι σύμβασης διαχείρισης μέχρι και την 17η-05-2021, ουδέποτε  όμως κοινοποιήθηκαν σε αυτόν οι υπ’ αριθμ. πρωτ. 175.20-05-2021, 261/15-07-2021, 523/18-10-2021, 716/17-12-2021 και 127/21-02-2022 πρόσθετες πράξεις, με τις οποίες παρατάθηκε η διάρκεια ισχύος της ως άνω σύμβασης διαχείρισης , μεταξύ άλλων, και της επίδικης απαίτησης από την καθ’ ης, μέχρι και την 17η-05-2022. Πλην, όμως, οι προδιαληφθείσες πρόσθετες πράξεις αποτελούν έγγραφα που αφορούν στη νομιμοποίηση της καθ΄ης, ως διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης, προς επίσπευση της ένδικης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και ως εκ τούτου όφειλε η καθ’ ης να τα συγκοινοποιήσει στον ανακόπτοντα είτε με την προσβαλλόμεη από 04-03-2022 επιταγή προς εκτέλεση είτε με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 343/22-03-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, η οποία επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 28-03-2022……..»

ΑΠΟΦΑΣΗ 224/2022
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«…Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, η ανακόπτουσα αμφισβητεί την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, αφενός μεν προς τον δικηγόρο Σερρών Ευστάθιο Τζαμπάζη που υπογράφει την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, αφετέρου δε προς τη δικηγόρο Σερρών Χριστίνα Σιδηροπούλου που υπογράφει την από 07-04-2022 εντολή προς κατάσχεση, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία της με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3.380/13-04-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, ισχυριζόμενη ότι κατά την επίδοση των ανωτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης προς αυτή δεν της επιδείχθηκαν τα πληρεξούσια έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται η σχετική πληρεξουσιότητα των δικηγόρων προς διενέργεια των παραπάνω πράξεων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και νόμιμος, στηριζόμενος στις προεκτεθείσες στην ανωτέρω νομική σκέψη διατάξεις, και πρεπει, επομένως, να ερευνηθεί και κατ’ ουσίαν…»

 

«…Ωστόσο, τόσο κατά την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή όσο και κατά τη συζήτηση της κρινόμενης ανακοπής ο καθ’ ου δεν προσκόμισε ούτε επέδειξε πληρεξούσιο έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας του καθ’ ου πιστωτικού συνεταιρισμού προς τον δικηγόρο Σερρών Ευστάθιο Τζαμπάζη που υπογράφει την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή. Συνακόλουθα, πρέπει ο υπό κρίση πρώτος λόγος της ανακοπής να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, παρελκούσης της εξέτασης των υπόλοιπων λόγων, καθόσον, επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αρκεί να γίνει δεκτός ένας λόγος που επιφέρει την ακυρότητα τν προσβαλλόμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, καθιστώντας την εξέταση των υπολοίπων λόγων άνευ αντικειμένου…»

ΑΠΟΦΑΣΗ 44/2021
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών-Ανακοπές

… Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερών διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ.4 περ.α’ του ν.2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου της συναλλαγές αυτές. Οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους , αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους.  Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες , ακόμα και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.

…Ο πιστοδότης  ως άνω πιστωτικός  Συνεταιρισμός (καθ’ ου η ανακοπή) ήταν «προμηθευτής» υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ.4 περ.β του ν.2251/1994 (όπως ίσχυε πριν το ν.4512/2018), ενώ οι ανακόπτουσες ήταν καταναλωτές βάσει του άρθρου 1 παρ.4  περ.ββ’ του ν.2251/1994 (όπως ίσχυε πριν το ν.4512/2018), με την επισήμανση ότι η δεύτερη εξ’ αυτών  εγγυήτρια δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε  παρέχοντας εγγύηση στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας της, εξυπηρετώντας δηλαδή με την παρασχεθείσα εγγύηση και τα δικά της οικονομικά συμφέροντα. Περαιτέρω, μεταξύ των διαδίκων-συμβαλλομένων στην ένδικη σύμβαση πίστωσης  συμφωνήθηκε ο εκτοκισμός της χρηματικής οφειλής των ανακοπτουσών, με έτος 360 αντί του έτους 365 ημερών σύμφωνα με τον καταχρηστικό, παράνομο και άκυρο υπ’αριθμ. 11δ’ ΓΟΣ.

…Επισημαίνεται ότι ο καθ’ου η ανακοπή δεν πρόβαλε ούτε άρνηση του γεγονότος του υπολογισμού από αυτόν των τόκων με βάση το «λογιστικό» έτος των 360 ημερών ούτε αντένσταση  περί των ευλόγων λόγων, που δικαιολογούσαν, κατ΄εξαίρεση, τη χρήση του λογιστικού έτους των 360 ημερών αντί του πραγματικού έτους των 365 ημερών και τη συνακόλουθη κατά 1,38889% ημερήσια επιπλέον επιβάρυνση των τόκων. Ωσαύτως, το ακριβές ύψος αυτής της παράνομης και καταχρηστικής χρέωσης ένεκα της εφαρμογής του «λογιστικού» έτους των 360 ημερών, δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τα προσκομισθέντα κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής  έγγραφα, προσέτι, η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την απόδειξη με έγγραφα του συνόλου της απαίτησης, δοθέντος ότι δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους παρανόμως υπολογισθέντων ποσών, με συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του ύψους της παράνομης επιβάρυνσης στη χρέωση των ανακοπτουσών και αντίστοιχα της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή, για την οποία εξεδόθη η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και η πληττόμενη επιταγή προς πληρωμή. Ως εκ τούτου, η απαίτηση του καθ΄ου καθίσταται ανεκκαθάριστη στο σύνολό της, λαμβανομένου υπόψη ότι αφενός δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί το ακριβές ποσό της απαίτησης και αφετέρου δεν μπορεί να λάβει χώρα μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το ποσό των μη οφειλόμενων τόκων και επικύρωσή της κατά το υπόλοιπο και πράγματι οφειλόμενο ποσό.

ΑΠΟΦΑΣΗ 45/2021
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών-Ανακοπές

… Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ.4 περ.α’ του ν.2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου της συναλλαγές αυτές. Οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους , αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους.

…Ο πιστοδότης  ως άνω πιστωτικός  Συνεταιρισμός (καθ’ ου η ανακοπή) ήταν «προμηθευτής» υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ.4 περ.β του ν.2251/1994 (όπως ίσχυε πριν το ν.4512/2018), ενώ οι ανακόπτουσες ήταν καταναλωτές βάσει του άρθρου 1 παρ.4  περ.ββ’ του ν.2251/1994 (όπως ίσχυε πριν το ν.4512/2018). Στους 1ο και 14ο όρους της ένδικης σύμβασης  περιέχεται η επιβάρυνση του ανακόπτοντος με την εισφορά του ν. 128/1975 , με αντίστοιχη απαλλαγή του καθ’ ου η ανακοπή από αυτής (εισφορά). Πέραν της ευθείας αντίθεσης στο νόμο ως προς την επιβολή της εισφοράς σε βάρος του ανακόπτοντος, αφού το καθοριζόμενο  στο ν.128/1975 μοναδικό, σαφές υποκείμενο απόδοσης της εν λόπγω εισφοράς είναι τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, επιπλέον στο κείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης δεν προβλέπεται αιτία (causa) επιδόσεως (acyurirendi credenti) ως προς τη συγκεκριμένη παροχή, ήτοι δεν υφίσταται ειδική αιτιολογία για τη συμβατική μετακύλιση αυτής της συμφοράς και επομένως, η συμφωνία ελευθέρως τυγχάνει άκυρη.  Οι συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι είναι άκυροι, καταχρηστικοί και αδιαφανείς, καθόσον δημιουργούν πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος  του ανακόπτοντος, ενόψει του ότι η εισφορά του ν.128/1975 αποτελεί δημοσιονομικό βάρος, που επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, εις τρόπον ώστε μόνο τυπικός νόμος και όχι σύμβαση να είναι δυνατό να επιβάλλει φόρο ή άλλο οικονομικό βάρος σε πολίτες (αρθ.75Σ) και ως εκ τούτου, η κατά κυριολεξία μετάθεση του φόρου θα σήμαινε τουλάχιστον καταστρατήγηση του νόμου, που προέβλεψε για συγκεκριμένο λόγο της εισφορά. Περαιτέρω, από τα αποσπάσματα τωβ εμπορικών βιβλίων του καθ’ ου η ανακοπή, αποδεικνύεται ότι από την αρχή της λειτουργίας της ένδικης συμβάσεως, ο καθ’ ου η ανακοπή Συνεταιρισμός, όχι μόνο μετακυλούσε παράνομα την εισφορά του ν.128/1975 στον ανακόπτοντα, αλλά επιπλέον, κεφαλαιοποιούσε την εν λόγω εισφορά κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως, προέβαινε δε και σε παράνομο ανατοκισμό της, αφού στο εκάστοτε πρκύπτον κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) , οι οποίοι περιείχαν και ποσά εισφοράς του ν.128/1975, στο νέο δε προκύπτον κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους , οι οποίοι, επίσης, περιείχαν και την ανωτέρω εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς).

ΑΠΟΦΑΣΗ 5301/2021
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ)

 

 

«Με τον πρώτο λόγο ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, διότι η πρώτη καθ΄ ης, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση της δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά προς τούτο, καθόσον είχε πωλήσει και μεταβιβάσει την ένδικη απαίτηση στην εταιρεία «……….» (διαχειρίστρια των απαιτήσεων της οποίας τυγχάνει η δεύτερη καθ’ ης), η οποία ήταν πλέον η μοναδική δικαιούχος της απαίτησης και η μόνη που νομιμοποιούνταν ενεργητικά να καταθέσει την επίδικη αίτηση. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον από τα ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πιθανολογήθηκε ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης (ο οποίος είναι η 17-7-2020, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεση, και όχι η 15-7-2020, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η δεύτερη καθ’ ης) προς έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής η πρώτη καθ’ ης δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά, καθόσον την ίδια ημέρα είχε συντελεστεί η μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης στην εταιρεία «…………..» η οποία έκτοτε ήταν η μοναδική δικαιούχος αυτής και μόνο αυτή (δια της ειδικής διαχειρίστριάς της-δεύτερης καθ΄ ης) νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής.»

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 4157/2021
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ)

«Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 450 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξη τους, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, για τη θεμελίωση αξίωσης επίδειξης εγγράφου είναι αρκετή και η ύπαρξη απλού εννόμου συμφέροντος συνιστάμενου στη γνώση του εγγράφου, χωρίς να απαιτείται καν η ύπαρξη αξίωσης κατά του κατόχου του εγγράφου, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 ΑΚ, είναι απαραίτητη για την επίδειξη πράγματος. Οι περιπτώσεις που προβλέπονται διαζευκτικά στο εν λόγω άρθρο (902 ΑΚ), που εξειδικεύουν το έννομο συμφέρον και αναφέρονται περιοριστικά είναι οι ακόλουθες: α) το έγγραφο να συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αφορά αποκλειστικά το συμφέρον αυτού, αλλά αρκεί να έχει συνταχθεί και προς το συμφέρον του, β) να πιστοποιεί έννομη σχέση η οποία να αφορά και τον αιτούντα και γ) να σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα είτε για το συμφέρον του με τη μεσολάβηση τρίτου. Την επίδειξη εγγράφων ρυθμίζουν, εκτός από τα άρθρα 901-903 του ΑΚ, και οι διατάξεις των άρθρων 450-452 του ΚΠολΔ, οι οποίες δεν κατάργησαν τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ, είναι ειδικότερες αυτών και ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων ή τρίτων προς επίδειξη κατά τη διάρκεια εκκρεμούς  δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει προς απόδειξη. Αντίθετα οι διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται μόνο όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη. Η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ σε ορισμένη έκταση δεν αποκλείεται, αλλά πάντως δεν είναι δυνατόν να αφορά τις περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για τη δημιουργία της σχετικής αξίωσης (ΕφΑθ 2456/2002 ΕΕμπΔ 2002, 331). Επίσης γίνεται δεκτό, τόσο από την θεωρία όσο και από τη νομολογία, ότι σε επείγουσες περιπτώσεις ή προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου αυτός που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει, ως ασφαλιστικό μέτρο, να διαταχθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 682 παρ.1, 683, 686 επ., 731, 732 ΚΠολΔ, η επίδειξη εγγράφων λόγω του κατεπείγοντος ενώ μπορεί, ακόμα, εκτός από τη διατασσόμενη επίδειξη του εγγράφου, να διαταχθεί και η χορήγηση αντιγράφου στον αιτούντα με δαπάνες του. Η λύση δε της ως άνω διαφοράς δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 692 παρ, 4. ΚΠολΔ, διότι το δικαίωμα του οποίου ζητείται η εξασφάλιση δεν είναι το της επίδειξης, το οποίο καθ’ αυτό συνήθως δεν έχει αξία, αλλά το ουσιαστικό, η δε επίδειξη απλώς προπαρασκευάζει την απόδειξη αυτού. Όπως συνάγεται, επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις, προϋποθέσεις της αξίωσης προς επίδειξη εγγράφων με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι η υποβολή σχετικού αιτήματος, ο προσδιορισμός του εγγράφου και του περιεχομένου του, η κατοχή του εγγράφου από τον καθ’ ου στρέφεται η αίτηση, η δυνατότητα χρησιμοποίησης των εγγράφων αυτών ως αποδεικτικών μέσων και έννομο προς τούτο συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη (ΑΠ 1613/2000 ΕλλΔνη 42, 681 – ΑΠ 1071/2000 ΕλλΔνη 42, 402 – ΜΠρΑθ 2560/2008 ΕΦΑΔ 2010, 101 – ΜΠρΑθ 9610/2000 ΕΕμπΔ 2001, 97 – ΜΠρΘεσ 24679/1997 Αρμ 1997, 1278 – MΠρΠειρ 3582/1995 Δ 1996, 658 – Παρμ. Τζίφρας, Ασφαλ. Μέτρα, έκδ. 4η, σελ. 344 επ.)»

ΑΠΟΦΑΣΗ 3386/2020
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (ΤΜΗΜΑ 14ο)
ΔΙΚΑΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ-ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια) λήψη, χρήση και ανακοίνωση των προσωπικών οικονομικών στοιχείων της ενάγουσας από τα όργανα της πρώτης εναγόμενης προς την……. FUND και δι’ αυτής στη δεύτερη εναγομένη, χωρίς προηγούμενη ειδική πληροφόρηση της ενάγουσας προσέβαλε την προσωπικότητα αυτής ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και προκάλεσε αμφισβήτηση της πιστοληπτικής της ικανότητας αυτής, γεγονός που επέφερε διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας της, αλλά και σοβαρή μείωση της κοινωνικής υπόληψης και της επαγγελματικής αξιοπιστίας της.
….η Διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας και η μείωση της κοινωνικής υπόληψης και επαγγελματικής αξιοπιστίας της επήλθε από την παράνομη λήψη, χρήση και ανακοίνωση αυτών και δεν θα επερχόταν, αν τα όργανα της πρώτης εναγόμενης ενημέρωναν, προηγουμένως την ενάγουσα και δεν έκαναν χρήση των οικονομικών στοιχείων της, οπότε δεν θα αποκαλυπτόταν τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία της και δεν θα διαταρασσόταν η ψυχική ηρεμία της, ούτε θα εγειρόταν αμφισβήτηση της πιστοληπτικής ικανότητάς της.
…επομένως, η ενάγουσα από την παράνομη και υπαίτια προσβολή των προσωπικών δεδομένων της υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση από την πρώτη εναγομένη, τα όργανα της οποίας, κατά τη λήψη, χρήση και ανακοίνωση των προσωπικών δεδομένων της χωρίς ενημέρωσή της, όφειλαν να γνωρίζουν την επέλευση της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης.

ΑΠΟΦΑΣΗ 129/2019
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

 

Ωστόσο, ο ανατοκισμός της εισφοράς του Ν.128/1975 δεν είναι νόμιμος, εφόσον, τόσο κατά το προισχύον (βλ.άρθρο 8 περ.6 του Ν.1083/1980 και την υπ’ άριθμ. 289/1980 απόφαση της Νομισματική Επιτροπής), όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς ( άρθρο 12 του Ν.2601/1998, άρθρο 30 του Ν.2912/2001 και άρθρο 39 του Ν.3259/2004), ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον των καθυστερούμενων τόκων και όχι φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών (ΕφΛαμ 124/2007, ΠολΠρΚερκ 664/2015, ΜΠΘεσς 10002/2016, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος)…

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 54/2018
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΛΙΒΟΥΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ειδικότερα, η επιβάρυνση της συνολικής οφειλής και με την εισφορά του ν. 128/1975 έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις ρυθμίσεις του ν.2912/2001, κατά τον οποίο στην τελική οφειλή του δανειολήπτη δεν είναι επιτρεπτός ο συνυπολογισμός οποιασδήποτε περαιτέρω επιβάρυνσης και ειδικότερα οποιουδήποτε φόρου, τέλους, εισφοράς ή εξόδων. Άλλωστε, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρ. 42 του ν.2912/2001 φράση «Κατ’ εξαίρεση των κείμενων διατάξεων» αναμφισβητήτως υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να απαλλάξει τον δανειολήπτη από υπέρμετρη επιβάρυνση αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεων του, είτε αυτές είναι συμβατικές (όπως η άνω εισφορά του ν.128/1975) είτε είναι νόμιμες ( όπως ο ΕΦΤΕ του ν.1676/1986 βλ. και την ΑΠ 1356/2012). Εξάλλου, ακόμη και η τυχόν αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους ου ανακόπτοντος δεν καλύπτει την επιβολή του ανωτέρω άκυρου όρου, διότι η αποδοχή Γ.Ο.Σ εκ μέρους καταναλωτή, με την ένταξη τούτου στη συναφθείσα σύμβαση, δεν τον καθιστά έγκυρο, αν βέβαια ήταν άκυρος, διότι οι κανόνες για τον έλεγχο καταχρηστικότητας τους, με βάση τα κριτήρια των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994, είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου κατ’ άρθρο 3 ΑΚ, από την εφαρμογή των οποίων δεν είναι δυνατή η συμβατική παραίτηση που απαγορεύει την κατάχρηση ενός θεσμού. Επομένως, ο ανωτέρω όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός και ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός.

ΑΠΟΦΑΣΗ 462/2018
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι να είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι παράνομες χρεώσεις του λογαριασμού, ήτοι τα ποσά που χρεώθηκαν λόγω του παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975, με τις οποίες (χρεώσεις) επιβαρύνθηκε η ένδικη απαίτηση, διότι απαιτούνται λόγω της πολυπλοκότητας των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της οικονομικής (λογιστικής) επιστήμης. Η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδειξιμότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού από τα εν λόγω αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθ’ ης η αίτηση δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους των εγγράφων, αφετέρου δε λόγω της ενσωμάτωσης στο λογαριασμό των ποσών του ανατοκισμού της εισφοράς στα ποσά του ανατοκισμού των τόκων και εξόδων, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ’ ης. Συνεπώς, ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνονταν με την ενσωμάτωση στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων και προκύπτει τόσο από το απόσπασμα του λογαριασμού που τηρήθηκε, που δεν διακρίνει ως προς τους τόκους, αλλά και από τον ως άνω όρο της σύμβασης (ad hoc ΕφΛαμ 124/2007 Αρμ. (2009) 63.1190 και ΤΝΠ ΔΣΑ).

ΑΠΟΦΑΣΗ 2032/2018
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

 

«Ειδικότερα, όπως εξειδικεύεται ο λόγος στην ανακοπή, από τα αντίγραφα της κίνησης του λογαριασμού της πίστωσης, τα οποία προσκόμισε η εκκαλούσα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και τα οποία καλύπτουν διάστημα από 30-6-2010 μέχρι την καταγγελία που έλαβε χώρα την 17-6-2013, λείπει χρονικό διάστημα 5 ετών και 8 μηνών. Με το λόγο αυτό, ο οποίος έχει αρνητικό χαρακτήρα, οι ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι αμφισβητούν ευθέως την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης συνολικά και όχι απλώς το κατάλοιπο αυτής, αφού για την απόδειξη απαίτησης από αλληλόχρεο λογαριασμό είναι αναγκαία η επίκληση και προσκομιδή πλήρους καρτέλας κίνησης, εκτός αν υπάρχει αναγνώριση όπως προαναφέρθηκε, οπότε αρκεί να προσκομίζεται η κίνηση από το χρονικό σημείο αναγνώρισης και μετά.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 2180/2018
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

 

 

«Παρά ταύτα, η δανείστρια τράπεζα κατά τη λειτουργία και κίνηση της ένδικης σύμβασης χορήγησης της πίστωσης, αφού κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως, στη συνέχεια ανατόκιζε τα ποσά της. Συγκεκριμένα, στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) που περιείχαν και ποσά εισφοράς του ν. 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους που περιείχαν και την άνω εισφορά (εκτοκισμούς και ανατοκισμούς της εισφοράς)

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 2455/2017
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται αυτοπροστασίας , διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευτεί ισότιμα τους όρους της δανειακής σύμβασης. Επιπροσθέτως, μέχριτην αντικατάσταση των διατάξεων των διατάξεων του ν.2251/1994 με το ν.3587/2007, δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης – δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου, και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

ΑΠΟΦΑΣΗ 2454/2017
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Από τα 17 άρθρα (όρους χορήγησης της πίστωσης) της εν λόγω σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου δεν προκύπτει να συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975. Παρά ταύτα, η δανείστρια Τράπεζα, κατά τη λειτουργία και κίνηση της επίδικης σύμβασης χορήγησης δανείου, αφού κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως, στη συνέχεια ανατόκιζε τα ποσά της. Συγκεκριμένα, στο κάθε φορά προκύπτουν υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) που περιείχαν και ποσά εισφοράς του ν. 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους που περιείχαν και την άνω εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Από το προσκομιζόμενο από την καθ’ ης η ανακοπή (και ήδη εκκαλούσα) αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού ρύθμισης του τοκοχρεωλυτικού δανείου, που αφορά το χρονικό διάστημα από 27-09-2010 έως 31-01-2012, που έχει εξαχθεί από το μηχανογραφικό σύστημα της δανείστριας Τράπεζας, δεν προκύπτει το συνολικό ποσό επιβάρυνσης με τόκους της εισφοράς αυτής (Ν.128/1975), καθώς η τελευταία κεφαλαιοποιούνταν με τα ποσά των τόκων και δεν γίνεται καμία διάκριση αυτών. Συνέπεια των ανωτέρω, η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ανεκκαθάριστη, λόγω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των ποσών που προέκυπταν από τον ανατοκισμό τους, βάσει της προεκτεθείσας αθέμιτης και παράνομης πρακτικής της καθ’ης η ανακοπή Τράπεζας. Εξάλλου είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι παράνομες χρεώσεις του λογαριασμού, ήτοι τα ποσά που χρεώθηκαν λόγω του παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν.128/1975, με τις οποίες (χρεώσεις) επιβαρύνθηκε η ένδικη απαίτηση, διότι απαιτούνται, λόγω της πολυπλοκότητας των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της οικονομικής (λογιστικής) επιστήμης. Η ακυρότητα δε των επιμέρους ποσών επηρεάζει την έγγραφη απόδειξη, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού από την εν λόγω μηχανογραφημένη κατάσταση (απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της καθ’ης η ανακοπή τράπεζας), δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός μεν λόγω του είδους των εγγραφών, αφετέρου δε λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών του ανατοκισμού της εισφοράς στα ποσά του ανατοκισμού των τόκων και εξόδων, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της Τράπεζας.

ΑΠΟΦΑΣΗ 17214/2017
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

 

Επομένως, κατά το χρόνο εγγραφής της προσημείωσης δεν υπήρχε ο τίτλος με βάση τον οποίο αυτή εγγράφηκε, αφού είχε ακυρωθεί.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η καθ’ ης κατέθεσε κατόπιν και δη στις 17.7.2017 έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, αφού σε κάθε περίπτωση,
κατά το χρόνο εγγραφής της προσημείωσης η διαταγή πληρωμής με βάση  την οποία εγγράφηκε είχε ήδη ακυρωθεί και συνεπώς δεν υπήρχε ο τίτλος στον οποίο στηρίχθηκε η εγγραφή. Επιπλέον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, σε περίπτωση εγγραφής προσημείωσης αυτοδυνάμως με τίτλο διαταγής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 724 παρ.1 ΚΠολΔ, για την εξάλειψη αυτής κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον αυτή δεν έχει τραπεί σε υποθήκη,
αρκεί πιθανολόγηση της ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση όχι μόνο αποδεικνύεται ότι επήλθε σε πρώτο βαθμό αλλά επιπλέον, με δεδομένη την ήδη σε πρώτο βαθμό παραδοχή της ανακοπής, πιθανολογείται ότι θα επέλθει και σε δεύτερο βαθμό.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 2518/2017
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

Έναντι του δικαιούχου της εισφοράς (Τράπεζας της Ελλάδας ) υπόχρεος για την καταβολή είναι το πιστωτικό ίδρυμα και όχι ο δανειοδοτούμενος. Και βέβαια, είναι δυνατή η διά συμβάσεως ανάληψη εκ μέρους τρίτου προσώπου της σχετικής υποχρεώσεως (ΑΚ 361, 471 επ.), όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αναδοχή χρέους στην περίπτωση αυτή, αφού απαιτείται σύμβαση μεταξύ του δανειστή (Τράπεζα Ελλάδος) και του τρίτου, αλλά μόνο για απλή υποχρέωση ελευθερώσεως (ΑΚ 478). Η σύμβαση αυτή όμως είναι αιτιώδης, σε αντίθεση με τη σωρευτική ή τη στερητική αναδοχή χρέους (Γεωργιάδης Απόστολος, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, σ.444, Κρητικός σε : AK Γεωργιάδη –Σταθόπουλου, άρθρο 478 αρ.2), σε κάθε περίπτωση δε υπόκειται σε έλεγχο μέσω των γενικών ρητρών του ΑΚ, ιδίως των άρθρων 174 και 281 ΑΚ (βλ. Σταθόπουλος σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, 361 ΑΚ 15). Έτσι, στην περίπτωση της εισφοράς του ν. 128/1975, η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη, αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 2376/2017
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

Η αντίθετη άποψη, κατά την οποία ο ανακόπτων πρέπει όχι μόνο να επικαλεστεί το ανεκκαθάριστο της απαίτησης, αλλά επιπλέον και να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη η απαίτηση, προκειμένου να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος ανακοπής, συνεπάγεται την ανεπίτρεπτη κεκαλυμμένη αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο μετατίθεται στον ανακόπτοντα η υποχρέωση του καθ’ ου η ανακοπή και αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής να επικαλεστεί το ακριβές ύψος της απαίτησής του και να αποδείξει εγγράφως το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής. Όμως, ο φέρων το βάρος απόδειξης φέρει και το βάρος επίκλησης των αποδεικτέων και , ως εκ τούτου, σε περίπτωση που αποδείξει το ανεκκαθάριστο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ο καθ’ ου είναι αυτός που θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει μέχρι ποίου ύψους είναι εκκαθαρισμένη η απαίτησή του, εφόσον βέβαια αυτό είναι εφικτό από τα προσκομιζόμενα με την αίτησή του έγγραφα, άλλως η διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα στο σύνολό της λόγω μη συνδρομής της εν λόγω αρνητικής δικονομικής προϋπόθεσης για την έκδοσή της.